Ετυμολογίατέρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέρας
:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική monstre
- ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
- φανταστικό ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό
- figurativelyσε ασχήμια
- figurativelyσε κακία
“※ Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να”
- figurativelyσε ικανότητα
- figurativelyαντικείμενο πάρα πολύ μεγάλο και άσχημο
Τύποιτέρας(singular, nominative) · τέρατα(nominative, plural) · τέρατος(genitive, singular) · τεράτων(genitive, plural) · τέρας(accusative, singular) · τέρατα(accusative, plural) · τέρας(singular, vocative) · τέρατα(vocative, plural) · τέρας(neuter)