WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τέρψη

noun

τέρψηΕυχαρίστηση ή απόλαυση που νιώθει κανείς.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #35 · 24 Ιουλίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα