ˈteɾ.psi
Ετυμολογίατέρψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέρ(ψις) + -ψη < τέρπ(ω) + -σις
- ευχαρίστηση, ηδονή, διασκέδαση, ψυχαγωγία
“※ Η σιωπή και το γέλιο μιας κοπέλας / Η ξανθή μοναξιά του τοπίου / Η γλυκύτατη πείρα η δόξα η τέρψη / Του ήλιου που μεσουρανεί” — Γιώργος Σαραντάρης, Η σιωπή και το γέλιο μιας κοπέλας
Τύποιτέρψη(singular, nominative) · τέρψεις(nominative, plural) · τέρψης(genitive, singular) · τέρψεων(genitive, plural) · τέρψη(accusative, singular) · τέρψεις(accusative, plural) · τέρψη(singular, vocative) · τέρψεις(vocative, plural) · τέρψη(feminine) · Τέρψη(feminine)