A word examined

τέσλα

5 letters·Ελληνικά

τέσλα—φυσική, μονάδα μέτρησης) μονάδα μαγνητικής επαγωγής καθώς και μονάδα πυκνότητας μαγνητικής δέσμης στο διεθνές μετρικό σύστημα

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα