ˈtiŋ.ɡa
Ετυμολογίατίγκα < διάλεκτος (άμεσο δάνειο) ιταλική tinga < tingare (δίνω με αφθονία, δωρίζω) < μεσαιωνική λατινική thingare < παλαιά σαξονική thingōn
- εντελώς γεμάτο, φίσκα, κάργα
ΤύποιΤίγκα(feminine) · Τίγκας(masculine) · Tigka(transliteration, Latin)