WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τίγκα

adverb

τίγκαΠάρα πολύ, σε υπερβολικό βαθμό (π.χ. «τίγκα στο ψέμα», «τίγκα γεμάτο»).

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 28 #100 · 19 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 1 #55 · 4 Ιουνίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 12 #43 · 23 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 5 #41 · 21 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 16 #31 · 11 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 26 #28 · 8 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 10 #21 · 1 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #900 · 6 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα