WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τίγρη

noun

τίγρηΜεγάλο αιλουροειδές με πορτοκαλί τρίχωμα και μαύρες ρίγες.

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 3 #52 · 1 Ιουνίου 2026
Dordle Πλέγμα 2 #40 · 20 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 25 #6 · 16 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1228 · 29 Οκτωβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα