Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ταφεί
ρήμα
ταφεί
—
Μορφή του ρήματος «θάβω»: να ταφεί κάποιος, δηλ. να γίνει η κηδεία και η ταφή του.
Wiktionary →
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
θα ταφεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#899 · 5 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment