ˈd͡za.mi
Ετυμολογίατζάμι < (άμεσο δάνειο) τουρκική cam < περσική جام (jâm)
- λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα)
- slangκάτι που ολοκληρώθηκε κατά τρόπο άψογο
Τύποιτζάμι(singular, nominative) · τζάμια(nominative, plural) · τζαμιού(genitive, singular) · τζαμιών(genitive, plural) · τζάμι(accusative, singular) · τζάμια(accusative, plural) · τζάμι(singular, vocative) · τζάμια(vocative, plural) · τζάμι(neuter)