ˈd͡zi.ni
Ετυμολογίατζίνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική cin < αραβική جِنّ (jinn) < جِنِّيّ (jinniyy) < جن (junnī) < ρίζα ج ن ن (j-n-n)
- υπερφυσικό πνεύμα, υποδεέστερο των αγγέλων, με την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε ζώο ή άνθρωπο
- broadly, familiar, figurativelyπανέξυπνος, ικανότατος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιτζίνι(singular, nominative) · τζίνια(nominative, plural) · τζινιού(genitive, singular) · τζινιών(genitive, plural) · τζίνι(accusative, singular) · τζίνια(accusative, plural) · τζίνι(singular, vocative) · τζίνια(vocative, plural) · τζίνι(neuter) · Τζίνι(masculine, feminine) · Tzini(transliteration, Latin)