Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΤΖΙΦΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τζίφε
noun
τζίφε
—
Κάτι χωρίς αξία ή αποτέλεσμα· φούσκα, άχρηστο πράγμα.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#729 · 18 Ιουνίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις