OriginΤηθύς < αρχαία ελληνική
- Τιτανίδα, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, που απέκτησε με τον σύζυγό της Ωκεανό τρεις χιλιάδες γιους (ποτάμιους θεούς όπως π.χ. τον Αχελώο) και άλλες τόσες κόρες (τις Ωκεανίδες)
- δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου
- η πανάρχαια θάλασσα της Κρητιδικής περιόδου
FormsΤηθύς(genitive, feminine) · Τηθύος(genitive, feminine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0