WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τμηθώ

verb

τμηθώ«τμηθώ» είναι τύπος του ρήματος «τέμνω» και σημαίνει «να κοπώ/να τεμαχιστώ».

Daily Puzzle #1563 · 29 Σεπτεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα