Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τομέα
ουσιαστικό
τομέα
—
Ο τομέας είναι ένας κλάδος ή πεδίο δραστηριότητας, εργασίας ή γνώσης.
Wiktionary →
Dictionary
toˈme.a
noun
accusative, genitive, singular, vocative
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τομέας
Forms
τομέα
(masculine)
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Dordle
Board 2
#3 · 13 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#936 · 11 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment