toˈpi.o
Originτοπίο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοπίον < ελληνιστική κοινή τόπιον (αγροτεμάχιο) < αρχαία ελληνική τόπος
: για τη ζωγραφική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική paysage
- τόπος / έκταση που θεωρείται ως μια ενότητα από κάποιον παρατηρητή
- πίνακας ζωγραφικής με θέμα μια τέτοια έκταση
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικό” — (Χρύσα Σπυροπούλου (2015). Το μυστήριο της Κωνσταντινούπολης. Ελλάδα: Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN: 9789600358797, @google.books)
- figurativelyη κατάσταση και οι ιδιαιτερότητες που παρατηρούνται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο
Formsτοπίο(singular, nominative) · τοπία(nominative, plural) · τοπίου(genitive, singular) · τοπίων(genitive, plural) · τοπίο(accusative, singular) · τοπία(accusative, plural) · τοπίο(singular, vocative) · τοπία(vocative, plural) · τοπίο(neuter)