WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τρέμω

τρέμωεμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια

Wiktionary →
Daily Puzzle #1751 · 5 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet