ˈtɾe.mo
Originτρέμω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρέμω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *trem- (τρέμω) < *ter- (αδύναμος, τρυφερός)
- εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια
“※ Όταν το χέρι τρέμει έντονα και ανεξέλεγκτα όταν το τεντώνουμε για να πιάσουμε κάτι, μπορεί να αποτελεί ένδειξη αταξίας - μίας διαταραχής που μερικές φορές σχετίζεται με την σκλήρυνση κατά πλάκας (πο”
- κινούμαι παλινδρομικά με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση
“※ Οι κάτοικοι της περιοχής αναφέρουν ότι η γη τρέμει κάτω από τα πόδια τους, καθώς καθημερινά εκδηλώνονται μικροσεισμοί. (enet.gr)”
- τρεμοσβήνω
- εμφανίζω ακούσιες διακυμάνσεις ή διακοπές
- figurativelyφοβάμαι (και -ενδεχομένως- αγωνιώ)
“※ Μέσα μου έτρεμα μα δεν τους έκανα το χατίρι να δείξω πανικό. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, 1976 [μυθιστόρημα])”
Formsέτρεμα(verb, defective, passive, imperfect)