ΕτυμολογίαΤρίτα < γενική ενικού του αρσενικού Τρίτας
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτο
Τύποιτρίτα(neuter) · Τρίτα(feminine) · Τρίτας(masculine) · Trita(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό