OriginΤρίτη < ελληνιστική κοινή Τρίτη (εννοείται η τρίτη ημέρα μετά το Σάββατο), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τρίτος
- η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη
- η τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείο
- «τρίτη» όταν υπάρχει σε τίτλους
“η Τρίτη του Μπετόβεν, η Ηρωική, μ' αρέσει πολύ (εννοείται: Τρίτη συμφωνία)”
- η τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν, η «Ηρωική»
“Η Τρίτη είναι καλύτερη από την Ποιμενική”
- η τρίτη δύναμη ή ο κύβος
“Ύψωσε όλη την παράσταση στην τρίτη και υπολόγισε την τιμή της για x=3”
- θέση στο κιβώτιο ταχυτήτων αυτοκινήτου
“Βάλε τρίτη γιατί με τη δευτέρα ζορίζεις τη μηχανή χωρίς λόγο”
- μία από τις τάξεις στο Δημοτικό σχολείο, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο
“μεγάλωσε το παιδί μας και τώρα θα πάει στην τρίτη”
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίτος
FormsΤρίτη(singular, nominative) · Τρίτες(nominative, plural) · Τρίτης(genitive, singular) · Τριτών(genitive, plural) · Τρίτη(accusative, singular) · Τρίτες(accusative, plural) · Τρίτη(singular, vocative) · Τρίτες(vocative, plural) · Τρίτη(feminine) · τρίτη(feminine) · τρίτος(masculine)