τραβώ—άλλη μορφή του τραβάω
τραβώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τραβῶ < τραβίζω < ταυρίζω < αρχαία ελληνική ταῦρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *táwros