Ετυμολογίατραστ < (λόγιο δάνειο) αγγλική trust < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)
- μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός
- broadlyοποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση
- εταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά
Τύποιτραστ(invariable, neuter)