Ετυμολογίατρεις < αρχαία ελληνική τρεῖς <πρωτοελληνική *trees < πρωτοελληνική*tréhes < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tréyes (τρεις)
- το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία
“τρεις φίλοι και οι τρεις γυναίκες τους ξεκίνησαν για ταξίδι”
“είναι τριών χρόνων”
Τύποιτρεις(masculine, feminine, genitive) · τριών(masculine, feminine, genitive) · Τρεις(masculine) · Treis(transliteration, Latin)