Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΤΡΩΓΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τρώγω
τρώγω
—
άλλη μορφή του τρώω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈtɾo.ɣo
Ετυμολογία
τρώγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρώγω < αρχαία ελληνική τρώγω
verb
idiomatic
άλλη μορφή του τρώω
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#771 · 30 Ιουλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις