WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τσίμα

noun

τσίμαΗ τσίμα είναι η άκρη ή το τελείωμα ενός πράγματος, ιδίως υφάσματος ή ρούχου.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1348 · 26 Φεβρουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα