ˈt͡si.ma
Originτσίμα < (αντιδάνειο): (άμεσο δάνειο) ιταλική cima < λατινική cyma < αρχαία ελληνική κῦμα (νεαρός βλαστός)< κύω. . Έχει προταθεί και ετυμολογική ορθογράφηση (τσύμα τσύμα). Κατ' άλλη άποψη < τσιτακισμός /si > /tsi/ του μεσαιωνικού «σιμά σιμά»
: Η επανάληψη τσίμα τσίμα, όπως σε όμοια (κοντά κοντά, λάου λάου).
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
FormsΤσίμα(masculine, feminine) · Tsima(transliteration, Latin)