WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τσίνα

τσίναβ΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω

Wiktionary →
Daily Puzzle #145 · 11 Νοεμβρίου 2021
·Archive
No comments yet