ˈt͡si.na
ΕτυμολογίαΤσίνα < γενική ενικού του αρσενικού Τσίνας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσίνας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσίνας
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
ΤύποιΤσίνα(invariable, feminine) · Тсина(transliteration, Cyrillic) · Цина(transliteration, Cyrillic) · Tsina(transliteration, Latin) · Τσίνα(masculine)