Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΤΣΙΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τσινά
τσινά
—
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
t͡siˈna
verb
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1063 · 17 Μαΐου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις