WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τυφλή

τυφλήονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός

Wiktionary →
Daily Puzzle #1701 · 14 Φεβρουαρίου 2026
Duotrigordle Board 30 #4 · 14 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet