ˈto.nos
Ετυμολογίατόνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τόνος < τείνω
: για τον τόνο της φωνής, ήχου < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ton < λατινική tonus (τέντωμα χορδής) < αρχαία ελληνική τόνος
: για το βάρος < (λόγιο δάνειο) γαλλική tonne(3) (θηλυκό) + -ος
: για το ψάρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική tonno + -ς < υστερολατινική tunnus < αρχαία ελληνική θύννος (αντιδάνειο)
- ο βαθμός ύψωσης ή έντασης της φωνής
“οξύς, ψηλός, βαθύς τόνος”
- η έκφραση της φωνής, η χροιά της φωνής
- figurativelyβαθμός έντασης, η ατμόσφαιρα σε ένα περιβάλλον
- σημείο για τον τονισμό των λέξεων
“οι τόνοι είναι τρεις: οξεία, βαρεία και περισπωμένη”
- ο βαθμός έντασης του χρώματος, η διαβάθμιση του φωτός και της σκιάς
- ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των Σκομβριδών (Scombridae), κυρίως του γένους Θύννος (Thunnus)
- μονάδα μέτρησης βάρους που αντιστοιχεί σε: «αγγλικός τόννος» 1.016 χιλιόγραμμα και «γαλλικός τόννος» 1.000 χιλιόγραμμα
- μέτρο χωρητικότητας των πλοίων, που αντιστοιχεί σε όγκο 2,83 κυβ. μέτρων
- δυναμικότητα φορτηγού αυτοκινήτου σε βάρος φορτίου
- figurativelyγια να δηλωθεί αόριστα μια πολύ μεγάλη ποσότητα
- η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών φθόγγων που διαιρείται σε δύο ημιτόνια
- δίπλοκο σχοινί που αποτελείται από τρία ή τέσσερα συνεστραμμένα μονόπλοκα και χρησιμεύει για ρυμούλκηση
- ηλεκτρικός παλμός
- ηχητικός παλμός σύντομης διάρκειας
- ηλεκτρικός παλμός που διαδίδεται μέσω νεύρων
- η φυσιολογική ελαστικότητα των ζωντανών ιστών, η τονικότητα
- η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του βολβού του οφθαλμού από τα υγρά που περιέχει
Τύποιτόνος(singular, nominative) · τόνοι(nominative, plural) · τόνου(genitive, singular) · τόνων(genitive, plural) · τόνο(accusative, singular) · τόνους(accusative, plural) · τόνε(singular, vocative) · τόνοι(vocative, plural) · τόνος(masculine)