ˈto.pos
Ετυμολογίατόπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τόπος
: (όρος μαθηματικών) < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική locus
- μέρος, χώρος
- σύνολο σημείων του επιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα
Τύποιτόπος(singular, nominative) · τόποι(nominative, plural) · τόπου(genitive, singular) · τόπων(genitive, plural) · τόπο(accusative, singular) · τόπους(accusative, plural) · τόπε(singular, vocative) · τόποι(vocative, plural) · τόπος(masculine)