ˈti.pos
Ετυμολογίατύπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύπος (αποτύπωμα σφραγίδας) < τύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teu-p- (χτυπώ)
:* για μεταφορικές σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική type < λατινική typus < αρχαία ελληνική τύπος
:* για τη γραμματική < ελληνιστική σημασία
:* για τα έντυπα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική presse
- οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα μέσα ενημέρωσης ως σύνολο
“δημοσιεύτηκε στον τύπο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης”
- το είδος, η κατηγορία
“ο μεσογειακός τύπος ανθρώπου”
- ένα άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία
“ο Γιώργος είναι ο τύπος του ευγενικού και κοινωνικού ατόμου”
- το είδος του ανθρώπου που ταιριάζει με κάποιον
“δεν είσαι ο τύπος μου, λυπάμαι”
- familiarένας άντρας, ένας τυπάς
“βγαίνει από το σπίτι ένας τύπος, πολύ περίεργος”
“θηλυκό τύπισσα”
- ένα σύνολο κανόνων που τηρούνται κατά γράμμα, σε αντίθεση με την ουσία
“Αυτός ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για τον τύπο και όχι για την ουσία.”
“Μπορεί να έχουμε συμφωνήσει όλοι για την πολιτική μας, αλλά, για να τηρήσουμε τους τύπους, πρέπει να κάνουμε και μια ψηφοφορία.”
- γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης
- μαθηματική φόρμουλα
- κλιτικός τύπος, μορφή μιας λέξης
“η γενική του ουσιαστικού "πόλη" εμφανίζει δύο τύπους: "πόλης" και "πόλεως"”
- το σημάδι, στην έκφραση επί τον τύπον των ήλων
- εν συντομία ο τύπος δεδομένων
Τύποιτύπος(singular, nominative) · τύποι(nominative, plural) · τύπου(genitive, singular) · τύπων(genitive, plural) · τύπο(accusative, singular) · τύπους(accusative, plural) · τύπε(singular, vocative) · τύποι(vocative, plural) · τύπος(masculine) · Τύπος(singular, nominative) · Τύποι(nominative, plural) · Τύπου(genitive, singular) · Τύπων(genitive, plural) · Τύπο(accusative, singular) · Τύπους(accusative, plural) · Τύπο(singular, vocative) · Τύποι(vocative, plural) · Τύπος(masculine) · Τύπου(feminine) · Tipos(transliteration, Latin)