Ετυμολογίατύφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τῦφος
- η βαριά λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από βακτήρια του γένους Rickettsia
Τύποιτύφος(singular, nominative) · τύφοι(nominative, plural) · τύφου(genitive, singular) · τύφων(genitive, plural) · τύφο(accusative, singular) · τύφους(accusative, plural) · τύφε(singular, vocative) · τύφοι(vocative, plural) · τύφος(masculine)