iˈli.ci
OriginΥλίκη < ελληνιστική κοινή Ὑλίκη ή Ὑλική < αρχαία ελληνική ὕλη
- λίμνη της Βοιωτίας
“※ Η Παραλίμνη και η Υλίκη έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000 και με λίγη φροντίδα οι δύο λίμνες μπορούν να γίνουν ένας ωραίος προορισμός για birdwatching και ποδηλατάδες σε απόσταση μίας ώρας από τ” — Όλγα Χαραμή, Η ανακάλυψη μιας άγνωστης Βοιωτίας, Η Καθημερινή, 21 Ιανουαρίου 2022
- οικισμός του νομού Εύβοιας, στην πλευρά της Στερεάς Ελλάδας
FormsΥλίκη(singular, nominative) · Υλίκης(genitive, singular) · Υλίκη(accusative, singular) · Υλίκη(singular, vocative) · Υλίκη(feminine, singular-only)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0