i.liˈko
Ετυμολογίαυλικό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλικόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ὑλικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matériel
- η ύλη, οι ουσίες με χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχει κάτι
“Από τι υλικό είναι φτιαγμένο;”
“Τι υλικά έχει η συνταγή του φαγητού;”
“οικοδομικά υλικά, πολεμικό υλικό”
- σύνολο στοιχείων ή μέσων
- τα βασικά στοιχεία μιας μελέτης, έρευνας, δημιουργίας
“Στο διδακτορικό θα χρησιμοποιήσω υλικό από την πτυχιακή μου εργασία.”
- hardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του
“Ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό.”
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υλικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υλικός
Τύποιυλικό(singular, nominative) · υλικά(nominative, plural) · υλικού(genitive, singular) · υλικών(genitive, plural) · υλικό(accusative, singular) · υλικά(accusative, plural) · υλικό(singular, vocative) · υλικά(vocative, plural) · υλικό(neuter)