Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
υψώσω
υψώσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
θα υψώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υψώνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#1196 · 27 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment