ˈfa.zma
Ετυμολογίαφάσμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φάσμα < φαίνω
: (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική spectre
- το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση
“Το 1950 ο κόσμος αισθανόταν ακόμα απειλητικό το φάσμα του πολέμου”
“Ζούσαν υπό το φάσμα της πείνας”
“Δεν άντεχε να ζει άλλο υπό το φάσμα της απειλής ότι θα τη δείρει”
- το φαινόμενο που προκύπτει από την ανάλυση μιας φωτεινής δέσμης στα επιμέρους χρώματα, δηλαδή στα συστατικά μήκη κύματος αυτής
- figurativelyόλη η γκάμα, ένα σύνολο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια υποσύνολα με πολλές ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις που πιάνουν από ένα νοητό άκρο έως το αντίθετό του, μια κλίμακα από την αρχή ως το τέλος της διαβάθμισής της
“Κάλεσαν βουλευτές από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής”
“Θα χρειαστείτε ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος”
- figurativelyαπειλή, κίνδυνος
- Ακουστικό φάσμα : οι συχνότητες που γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο αυτί
- Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα : όλο το εύρος συχνοτήτων των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (δηλαδή των ραδιοκυμάτων, των μικροκυμάτων, της υπέρυθρης ακτινοβολίας, της ορατής ακτινοβολίας, της υπεριώδους, των ακτίνων Χ και των ακτίνων γ)
Τύποιφάσμα(singular, nominative) · φάσματα(nominative, plural) · φάσματος(genitive, singular) · φασμάτων(genitive, plural) · φάσμα(accusative, singular) · φάσματα(accusative, plural) · φάσμα(singular, vocative) · φάσματα(vocative, plural) · φάσμα(neuter)