WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φέρει

verb

φέρειΣημαίνει «κουβαλάει/μεταφέρει» κάτι ή «φέρνει» κάτι κάπου.

Daily Puzzle #60 · 18 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα