WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φίδια

noun

φίδιαΠληθυντικός του «φίδι»: ερπετά χωρίς πόδια, με μακρύ σώμα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1684 · 28 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα