WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φίκος

φίκοςγένος φυτών (θάμνοι ή δέντρα) της οικογένειας των μορεϊδών, που χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ή ως καλλωπιστικά

Wiktionary →
Daily Puzzle #1657 · 1 Ιανουαρίου 2026
·Archive
No comments yet