WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φίλων

noun

φίλωνΓενική πληθυντικού του «φίλος»: των φίλων, δηλ. των ανθρώπων με τους οποίους έχεις φιλία.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1600 · 5 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα