WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φακού

noun

φακούΓενική πτώση του «φακός»: του φορητού φωτιστικού ή του οπτικού φακού (π.χ. κάμερας).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1225 · 26 Οκτωβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα