faˈkos
Originφακός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φακός (αρχική σημασία: φακή -με χαρακτηριστικό αμφίκυρτο σχήμα-)
:* για τη σημασία «γυάλινος δίσκος»: < επίδραση ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική lentille
- φορητή συσκευή που παράγει φως
“※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίν”
- διαφανής ιστός πίσω από την ίριδα του ματιού
- γυάλινος δίσκος με επιφάνειες είτε κοίλες είτε κυρτές, που εστιάζει ακτίνες φωτός για να δημιουργήσει είδωλο μέσω διάθλασης
“μεγεθυντικός φακός, παραμορφωτικός φακός'”
- το καθένα από τα δύο γυάλινα αντικείμενα στα γυαλιά που φοριούνται για τη βελτίωση της όρασης
“φακοί διορθωτικοί της οράσεως'”
- κάμερα ή φωτογραφική μηχανή
“Του αρέσει να ποζάρει στο φακό.”
Formsφακός(singular, nominative) · φακοί(nominative, plural) · φακού(genitive, singular) · φακών(genitive, plural) · φακό(accusative, singular) · φακούς(accusative, plural) · φακέ(singular, vocative) · φακοί(vocative, plural) · φακός(masculine) · Φακός(singular, nominative) · Φακοί(nominative, plural) · Φακού(genitive, singular) · Φακών(genitive, plural) · Φακό(accusative, singular) · Φακούς(accusative, plural) · Φακέ(singular, vocative) · Φακοί(vocative, plural) · Φακός(masculine) · Φακού(feminine) · Fakos(transliteration, Latin)