WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φερθώ

verb

φερθώΜορφή του ρήματος «φέρομαι»: να συμπεριφερθώ/να φερθώ με έναν τρόπο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1678 · 22 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα