WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φερών

adjective

φερώνΜετοχή του «φέρω»: αυτός που κουβαλά ή μεταφέρει κάτι.

Daily Puzzle #957 · 1 Φεβρουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα