WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φθάσε

ρήμα

φθάσεΑόριστος του «φτάνω»: έφτασε, έφθασε σε έναν τόπο ή σε ένα σημείο/χρόνο.

Wiktionary →
Daily Puzzle #644 · 25 Μαρτίου 2023
·Archive
No comments yet