WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φθίνε

verb

φθίνεΜειώνεται ή εξασθενεί σταδιακά (π.χ. η δύναμη, το φως, η ένταση).

Daily Puzzle #66 · 24 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα