Originφιλές < από το γαλλικό filet (δίχτυ, μεταξύ άλλων)
- δικτυωτός κεφαλόδεσμος για τις ανάγκες της κομμωτικής
- δικτυωτό πλέγμα για χωρισμό αθλητικών χώρων
- γραμμή που διαχωρίζει τις στήλες κάθετα
Formsφιλές(singular, nominative) · φιλέδες(nominative, plural) · φιλέ(genitive, singular) · φιλέδων(genitive, plural) · φιλέ(accusative, singular) · φιλέδες(accusative, plural) · φιλέ(singular, vocative) · φιλέδες(vocative, plural) · φιλές(masculine)