Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΦΟΙΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
φοίτα
verb
φοίτα
—
Ρήμα που σημαίνει «πηγαίνω/επισκέπτομαι συχνά ή πηγαινοέρχομαι» (π.χ. «φοίτα σε ένα μέρος»).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#104 · 1 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις