WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φοίτα

5 letters·Ελληνικά
verb

φοίτα—Ρήμα που σημαίνει «πηγαίνω/επισκέπτομαι συχνά ή πηγαινοέρχομαι» (π.χ. «φοίτα σε ένα μέρος»).

Daily Puzzle #104 · 1 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα