Originφοβία < από τη γαλλική λέξη phobie < από την αρχαία ελληνική λέξη φόβος
- έντονος φόβος για συγκεκριμένες καταστάσεις, ζώα κ.λπ. που προκαλεί άγχος και μόνο στη σκέψη του αντικείμενου του φόβου, χωρίς όμως απαραίτητα να φτάνει στα όρια του παθολογικού ζητήματος
“έχω φοβία και με τις ενέσεις, ανατριχιάζω μόνο που τις σκέφτομαι”
- αγχώδης διαταραχή, παθολογικός και ψυχαναγκαστικός φόβος
“έχω αγοραφοβία και παθαίνω κρίση πανικού ακόμα και στη σκέψη να βγω έξω από το σπίτι”
Formsφοβία(singular, nominative) · φοβίες(nominative, plural) · φοβίας(genitive, singular) · φοβιών(genitive, plural) · φοβία(accusative, singular) · φοβίες(accusative, plural) · φοβία(singular, vocative) · φοβίες(vocative, plural) · φοβία(feminine)