WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φοράν

noun

φοράνΑιτιατική ενικού της «φοράς»: μία φορά, ένα συμβάν/περίπτωση.

Daily Puzzle #910 · 16 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα