Originφοράω < φορ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορῶ, συνηρημένος τύπος του φορέω
- είμαι ντυμένος με
“φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα”
“φοράει μαύρα γιατί πενθεί”
“Μπορεί να μην είναι μοδάτο, αλλά σίγουρα φοριέται ακόμα.”
- βάζω πάνω μου ένα ρούχο
“φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε”
- έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα
“φοράει γυαλιά / κοσμήματα / κράνος”
- φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω
“Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ!”
“του τα φοράει (εννοείται, τα κέρατα: τον απατά, έχει εραστή”
“του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι : τον βασάνισαν, τον ταλαιπώρησαν”
Formsφόρεσα(aorist) · φοριέμαι(passive) · φορέθηκα(passive, aorist) · φορεμένος(passive, participle) · φοράω(present, first-person, singular) · φορώ(present, first-person, singular) · φορούσα(imperfect, first-person, singular) · φόραγα(imperfect, first-person, singular) · θα φοράω(future, imperfect, first-person, singular) · θα φορώ(future, imperfect, first-person, singular) · να φοράω(subjunctive, first-person, singular) · να φορώ(subjunctive, first-person, singular) · φορώντας(participle) · φοράς(present, second-person, singular) · φορείς(present, second-person, singular) · φορούσες(imperfect, second-person, singular) · φόραγες(imperfect, second-person, singular) · θα φοράς(future, imperfect, second-person, singular) · θα φορείς(future, imperfect, second-person, singular) · να φοράς(subjunctive, second-person, singular)