ˈfɾi.ci
Ετυμολογίαφρίκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φρίκη / φρίξ
- έντονο συναίσθημα φόβου και αποστροφής
- αρνητικός χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δε μας αρέσει, ισοδυναμεί με το επίθετο φρικτός
“το φαγητό στο ξενοδοχείο ήταν φρίκη”
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φρίκης
Τύποιφρίκη(singular, nominative) · φρίκες(nominative, plural) · φρίκης(genitive, singular) · φρικών(genitive, plural) · φρίκη(accusative, singular) · φρίκες(accusative, plural) · φρίκη(singular, vocative) · φρίκες(vocative, plural) · φρίκη(feminine) · Φρίκη(invariable, feminine) · Friki(transliteration, Latin)