Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΦΡΙΞΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
φρίξω
verb
φρίξω
—
Ανατριχιάζω από κρύο, φόβο ή αηδία.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
θα φρίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φρίττω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#649 · 30 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις