WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φρίξω

verb

φρίξωΑνατριχιάζω από κρύο, φόβο ή αηδία.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #649 · 30 Μαρτίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα