WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φρουτ

noun

φρουτΔάνειο από τα αγγλικά: φρούτο, συνήθως ως τρόφιμο (π.χ. «φρουτ σαλάτα»).

Daily Puzzle #1363 · 13 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα